Το τέλος του μεταπολεμικού πολιτικού μοντέλου
Οι επερχόμενες εκλογές δεν θα αλλάξουν απλώς τους κοινοβουλευτικούς συσχετισμούς, αλλά θα σηματοδοτήσουν το τέλος του πολιτικού μοντέλου που κυριάρχησε στην Κύπρο μετά την εισβολή και τον θάνατο του Μακαρίου. Θα σηματοδοτήσουν ταυτόχρονα την είσοδο σε μια μεταβατική περίοδο αστάθειας, κατακερματισμού και αβεβαιότητας.
Οι δύο, κάποτε μεγάλοι, ΔΗΣΥ και ΑΚΕΛ –που το 2011 είχαν συγκεντρώσει 67% των ψήφων– θα κινηθούν γύρω στο 45%. Ενώ την ίδια στιγμή, το ΕΛΑΜ θα καταγράψει κάτι το πρωτοφανές για τα κυπριακά δεδομένα: θα πλησιάσει στον διπλασιασμό των ποσοστών και εδρών του. Οι ψήφοι του αυξήθηκαν από 4.354 το 2011 σε περισσότερες από 41.000 το 2024.
Το νέα πολιτικά σχήματα, ΑΛΜΑ και η Άμεση Δημοκρατία, επίσης επιχειρούν να ανατρέψουν τα δεδομένα. Μέχρι σήμερα τα πιο ψηλά ποσοστά που κατέγραψαν πρωτοεμφανιζόμενα κόμματα ήταν 6% (Συμμαχία Πολιτών το 2016 και ΔΗΠΑ το 2021). Σε όλες τις δημοσκοπήσεις και τα δύο σχήματα εμφανίζονταν να ξεπερνούν το 6%. Κάτι τέτοιο θα μπορούσε να οδηγήσει τον παραδοσιακά τρίτο πυλώνα του συστήματος, το ΔΗΚΟ, ακόμη και στην έκτη θέση.
Η νέα Βουλή
Τα σενάρια που διαμορφώνονται για τη νέα Βουλή είναι δύο.
- Το πρώτο είναι μια εξαιρετικά κατακερματισμένη Βουλή με τουλάχιστον οκτώ κόμματα.
- Το δεύτερο είναι μια Βουλή έξι ή επτά κομμάτων, αλλά με περίπου το 20% των ψήφων να μένει εκτός κοινοβουλευτικής εκπροσώπησης, ποσοστό που θα ξεπερνούσε το ήδη ιστορικό 14,5% του 2021.
Είτε το ένα συμβεί είτε το άλλο, είναι προφανές ότι το εκλογικό σώμα μπορεί να δείχνει ότι θέλει να τελειώνει με το παλιό, αλλά σίγουρα δεν ξέρει τι θέλει για καινούργιο. Ενώ υπάρχουν μνηστήρες να αντικαταστήσουν τον τρίτο, ενδιάμεσο πυλώνα του συστήματος, δεν διαφαίνονται αντικαταστάτες για ΔΗΣΥ – ΑΚΕΛ, εκτός εάν σημειωθούν εκπλήξεις που δεν εντοπίστηκαν στις μετρήσεις. Η πολιτική σκηνή θα γίνει πιο ρευστή, πιο προσωποκεντρική και λιγότερο προβλέψιμη.
Ρεύμα προς αντιπολίτευση
Ήδη διαφαίνεται μια σημαντική μετατόπιση προς την αντιπολίτευση. Για 15 χρόνια, ο ΔΗΣΥ αποτελεί τον κυρίαρχο πόλο εξουσίας. Σήμερα, ωστόσο, φαίνεται να διαμορφώνεται ένα ρεύμα προς το αντιπολιτευτικό μέτωπο, με το ΑΚΕΛ, το ΑΛΜΑ, τον Φειδία και το Βολτ να βρίσκονται απέναντι στη διακυβέρνηση Χριστοδουλίδη, αλλά είναι μακριά ακόμη από το να πείθουν ότι μπορούν να συγκροτήσουν μια εναλλακτική επιλογή εξουσίας.
Η εποχή των προσωπικοτήτων
Η πιο βαθιά αλλαγή δεν αφορά μόνο τα εκλογικά ποσοστά. Αφορά την ίδια τη φύση της πολιτικής εκπροσώπησης. Οι προσωπικότητες φαίνεται να υπερισχύουν πλέον των κομμάτων. Οι μετακινήσεις στελεχών, οι προσωποκεντρικοί σχηματισμοί και η αυξανόμενη σημασία της δημόσιας εικόνας δείχνουν ότι οι πολίτες ψηφίζουν περισσότερο πρόσωπα παρά ιδεολογίες ή παρατάξεις.
Η εξέλιξη αυτή ενδέχεται να οδηγήσει σε συχνότερες διαφοροποιήσεις βουλευτών από τις κομματικές γραμμές, σε μειωμένη συνοχή των κοινοβουλευτικών ομάδων και σε δυσκολότερες πολιτικές συνεργασίες.
Το τέλος των ρυθμιστών;
Ταυτόχρονα, φαίνεται να φτάνει στο τέλος της και η εποχή των παραδοσιακών «ρυθμιστών». Το ΔΗΚΟ, που επί χρόνια λειτουργούσε ως βασικός διαμεσολαβητής μεταξύ πολιτικών χώρων, έχει έρθει πολιτικά εγγύτερα στον ΔΗΣΥ παρά ποτέ και έχει περιορίσει σημαντικά τα περιθώρια συνεργασίας του με το ΑΚΕΛ. Το ΕΛΑΜ σίγουρα δεν μπορεί να έχει ρυθμιστικό ρόλο σε επίπεδο πολιτικών συνεργασιών, αφού εξ ορισμού αποκλείεται οποιαδήποτε συνεργασία του με το ΑΚΕΛ, ενώ ο τρίτος διεκδικητής του ρυθμιστικού ρόλου, το ΑΛΜΑ έχει διαρρήξει τις σχέσεις του με ΔΗΣΥ και ΔΗΚΟ, αλλά για έναν αδιανόητο πολιτικά λόγο και με το ΑΚΕΛ. Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, αυτή τη στιγμή μόνο ο Φειδίας εμφανίζεται ικανός να συνομιλεί και με τα δύο πολιτικά στρατόπεδα, αλλά δεν δείχνει να τον ενδιαφέρει.
Πόλωση και πολιτική δυσλειτουργία
Το πρόβλημα, ωστόσο, δεν περιορίζεται στις σχέσεις μεταξύ των κομμάτων. Η εσωτερική ανομοιογένεια είναι πλέον εμφανής και μέσα στα ίδια τα πολιτικά στρατόπεδα. Στην αντιπολίτευση, το πρόβλημα δεν έγκειται μόνο στις σχέσεις ΑΚΕΛ – ΑΛΜΑ, αλλά και στο γεγονός ότι το αιωνόβιο ΑΚΕΛ θεωρείται συστημικό κόμμα και όλοι οι άλλοι αντιπολιτευόμενοι είναι περήφανοι αντισυστημικοί. Στη συμπολίτευση, η εικόνα είναι εξίσου θολή: ο ΔΗΣΥ απορρίπτει τον χαρακτηρισμό της συμπολίτευσης, χωρίς όμως να λειτουργεί ως κλασική αντιπολίτευση, ενώ το ΕΛΑΜ τηρεί ανάλογη στάση. Όλα αυτά δημιουργούν τις προϋποθέσεις για μεγαλύτερη πόλωση, εντονότερο κατακερματισμό και πιθανή πολιτική δυσλειτουργία.
Περί υπευθυνότητας
Μέχρι σήμερα, η εκτελεστική εξουσία λειτουργούσε στη βάση μιας άτυπης κουλτούρας συναινέσεων στη Βουλή. Υπήρξαν ασφαλώς και στο πρόσφατο παρελθόν περιπτώσεις που δοκίμασαν τα όρια του συστήματος, όπως η καταψήφιση κρατικού προϋπολογισμού ή η περίοδος της λεγόμενης «κυβερνώσας Βουλής» επί διακυβέρνησης Χριστόφια. Αλλά, αυτές ήταν εξαιρέσεις. Το πολιτικό μοντέλο εξυπηρέτησε τη χώρα και στα δύσκολα χρόνια μετά την εισβολή, και την περίοδο εναρμόνισης και ένταξης στην ΕΕ, και την περίοδο του μνημονίου και του κουρέματος. Το κρίσιμο ερώτημα πλέον είναι κατά πόσο η λειτουργία του κράτους μπορεί να συνεχίσει να επαφίεται αποκλειστικά στην πολιτική υπευθυνότητα των κομμάτων ή αν πλησιάζει η στιγμή για έναν ουσιαστικό εκσυγχρονισμό του πολιτειακού συστήματος.
Tου Ανδρέα Χατζηκυριάκου – Διευθύνοντος Συμβούλου στη ΓΝΩΡΑ Σύμβουλοι Επικοινωνίας
Εγγραφείτε στη λίστα επικοινωνίας του ΓΝΩΡΑ Confidential για να λαμβάνετε πρώτοι το μηνιαίο Newsletter.